επιμηθής

ἐπιμηθής, -ές (Α)
σκεπτικός, προσεκτικός.
[ΕΤΥΜΟΛ. < επί + *-μηθής (< *μήθος, αμάρτυρος τ. ο οποίος σχετίζεται πιθ. με το μανθάνω), τ. που απαντά μόνον εν συνθέσει (πρβλ. προ-μηθής)].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἐπιμηθεστέρων — ἐπιμηθής thoughtful fem gen comp pl ἐπιμηθής thoughtful masc/neut gen comp pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιμηθέα — ἐπιμηθής thoughtful neut nom/voc/acc pl (epic ionic) ἐπιμηθής thoughtful masc/fem acc sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιμηθές — ἐπιμηθής thoughtful masc/fem voc sg ἐπιμηθής thoughtful neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιμηθεστέρους — ἐπιμηθής thoughtful masc acc comp pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιμηθέος — ἐπιμηθής thoughtful masc/fem/neut gen sg (epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιμηθέστεροι — ἐπιμηθής thoughtful masc nom/voc comp pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιμηθέως — ἐπιμηθής thoughtful adverbial (epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιμηθῶς — ἐπιμηθής thoughtful adverbial (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιμηθεῖ — ἐπιμηθέομαι think of afterwards pres ind mp 2nd sg (attic epic doric ionic) ἐπιμηθής thoughtful masc/fem/neut nom/voc/acc dual (attic epic) ἐπιμηθής thoughtful masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • επιμηθεύομαι — ἐπιμηθεύομαι (Μ) [επιμηθής] σκέφτομαι κάτι, κατανοώ τη σημασία του όταν είναι πια αργά …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.